Το συγκρότημά μας Maria's Filoxenia Suites βρίσκεται στο επίκεντρο ανάμεσα στους παγκοσμίως γνωστούς αρχαιολογικούς χώρους και τα δημοφιλή τουριστικά θέρετρα του Νομού Αργολίδας και τα νησιά του Αργοσαρωνικού κόλπου.

 

 

 

Αρχαιολογικοί χώροι                                                                    

 

 

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου - Απόσταση 20 χλμ. 

 

Το Θέατρο του Ασκληπιείου της Επιδαύρου οικοδομήθηκε στη δυτική πλευρά του Κυνορτίου όρους, στα τέλη της Κλασικής εποχής, γύρω στο 340 - 330 π.χ, στο πλαίσιο της γενικής ανοικοδόμησης του ιερού και χρησιμοποιήθηκε τουλάχιστον έως τον 3ο αιώνα μ.χ. Το μοναδικό αυτό μνημείο, το τελειότερο και διασημότερο αρχαίο ελληνικό θέατρο, το οποίο συνδυάζει την κομψότητα με την τέλεια ακουστική, είναι κατά τον Παυσανία, έργο του Πολύκλειτου (του Νεώτερου), του δημιουργού της Θόλου στο ίδιο ιερό. Το μνημείο κτίστηκε για να τελούνται σ' αυτό οι μουσικοί, ωδικοί και δραματικοί αγώνες των Ασκληπιείων. Επίσης δίνονταν σ' αυτό παραστάσεις δραμάτων, που συμπεριλαμβάνονταν στη λατρεία του Ασκληπιού. Στα μέσα του 2ου αιώνα π.χ, το κοίλο του επεκτάθηκε και η χωρητικότητά του από περίπου 8.000 αυξήθηκε σε 13.000 - 14.000 θεατές. Την ίδια εποχή διαμορφώθηκε το σκηνικό οικοδόμημα έτσι ώστε οι ηθοποιοί να παίζουν αποκλειστικά στο λογείο, δηλ. στην εξέδρα πάνω από το προσκήνιο και όχι πλέον μπροστά σ' αυτό. Κατά την Ρωμαιοκρατία διατήρησε τα χαρακτηριστικά του ελληνικού θεάτρου, ακόμη και μετά την επισκευή του από τις καταστροφές που υπέστη κατά την εισβολή των Ερούλων το 267 π.χ , κυρίως στο σκηνικό οικοδόμημα. Το κοίλο του Θεάτρου έχει κατασκευαστεί στην πλαγιά του λόφου με ασβεστολιθικό υλικό ενώ τα αναλήμματά του αποτελούνται από πωρόλιθο. Ένα πλακόστρωτο διάζωμα, πλάτους 1,90 μ., χωρίζει το τμήμα του κοίλου που κτίστηκε πρώτο, από ένα νεότερο τμήμα, το επιθέατρο. Δεκατρείς ακτινωτές κλίμακες οδηγούν στις 34 σειρές εδωλίων δώδεκα ίσων κερκίδων του αρχικού τμήματος, ενώ το επιθέατρο αποτελείται από από 22 κερκίδες και 23 κλίμακες που οδηγούν σε 21 σειρές εδωλίων. Η πρώτη και η τελευταία σειρά του αρχικού τμήματος καθώς και η πρώτη σειρά του νέου έχουν καθίσματα με ερεισίνωτα. Το κοίλο περιβαλλόταν από ένα διάδρομο και έναν πώρινο προστατευτικό τοίχο. Στις παρόδους κτίστηκαν μνημειακές δίθυρες πύλες, από τις οποίες κεκλιμένα επίπεδα (αναβάθρες) οδηγούσαν στο προσκήνιο. Ένας πλακόστρωτος διάδρομος χωρίζει το κοίλο από την κυκλική ορχήστρα που έχει διάμετρο 20 μ., στο κέντρο της οποίας σώζεται η βάση για τον βωμό του Διονύσου (θυμέλη). Το κτισμένο με πωρόλιθους σκηνικό οικοδόμημα ήρθε στο φως ερειπωμένο. Αποτελείται από το προσκήνιο και μια διώροφη σκηνή, πλαισιωμένη με παρασκήνια. Αρχικά είχε δύο κιονοστοιχίες με πεσσούς, η μία στην πρόσοψη του προσκήνιου, διακοσμημένη με ιωνικούς ημικίονες και η άλλη στην πίσω πλευρά της ισόγειας αίθουσας της σκηνής. Στα μέσα του 2ου αιώνα π.χ., η πλευρά αυτή κλείστηκε, ενώ αντιθέτως στην πρόσοψη του ορόφου της σκηνής διανοίχτηκαν πέντε προσβάσεις προς το λογείο. Μεταφέρθηκαν τότε από το προσκήνιο στον όροφο οι κινητοί πίνακες ζωγραφικής, που τοποθετούνταν ανάμεσα σε πεσσούς για την διαμόρφωση του σκηνικού ανάλογα με το δράμα που παιζόταν. Το σκηνικό οικοδόμημα διακοσμούσαν και γλυπτά, από τα οποία ελάχιστα διασώθηκαν. Η αρμονία αυτού του θεάτρου οφείλεται στον μοναδικό του σχεδιασμό βασισμένο σ' ένα κανονικό πεντάγωνο, στο οποίο εγγράφεται η ορχήστρα, καθώς και στη χρήση τριών κέντρων για την χάραξη των καμπύλων σειρών των εδωλίων του κοίλου. Περίφημη είναι και η ακουστική του Θεάτρου αυτού. Το μνημείο έφεραν στο φως οι ανασκαφές του Π. Καββαδία τα έτη 1881 - 83. Αρχικά το 1907 αλλά και κατά την περίοδο 1954 - 1963 έγιναν εργασίες αναστήλωσης στα θυρώματα των παρόδων, στους αναλημματικούς τοίχους και στις ακραίες κερκίδες του αρχικού τμήματος του κοίλου. Από το 1988 την συντήρηση του Θεάτρου ανέλαβε η Επιτροπή Συντήρησης Μνημείων Επιδαύρου αναστηλώνοντας αρχικά την ακραία δυτική κερκίδα του επιθεάτρου, το θύρωμα της δυτικής παρόδου και τους δύο αγωγούς απορροής ομβρίων της ορχήστρας. Η φροντίδα του μνημείου είναι συνεχής και αποσκοπεί στην αποκατάσταση των φθορών που υφίσταται το μνημείο από φυσικά αίτια αλλά και από τη χρήση του. Από το 1954 πραγματοποιούνται στο φυσικό τους χώρο κάθε καλοκαίρι παραστάσεις αρχαίου δράματος.            

 

 

Αρχαιολογικός χώρος Μυκηνών - Απόσταση 15 χλμ.

 

Οι ''Πολύχρυσες Μυκήνες'', το βασίλειο του μυθικού Αγαμέμνονα, που πρώτος ύμνησε ο Όμηρος στα έπη του, είναι το σημαντικότερο και πλουσιότερο ανακτορικό κέντρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού στην Ελλάδα. Το όνομά τους έχει δοθεί σε έναν από τους λαμπρότερους πολιτισμούς της ελληνικής προϊστορίας, το μυκηναϊκό, και οι μύθοι που συνδέονται με την ιστορία τους διαπέρασαν τους αιώνες με τα ομηρικά έπη και τις μεγάλες τραγωδίες της κλασικής εποχής, ενώ ενέπνευσαν και συνεχίζουν να εμπνέουν παγκοσμίως την πνευματική δημιουργία και την τέχνη. Η μυθική παράδοση φέρει ως ιδρυτή των Μυκηνών τον Περσέα, γιο του Δία και της Δανάης, της κόρης του Ακρισίου, του βασιλιά του Άργους, απόγονου του Δαναού. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Περσέας ονόμασε τη νέα πόλη Μυκήνες είτε επειδή εκεί έπεσε ο μύκης του ξίφους του είτε επειδή εκεί αποκαλύφθηκε μια πηγή με άφθονο νερό, η Περσεία πηγή, κάτω από τη ρίζα ενός ''μύκητος'', δηλαδή ενός μανιταριού. Σύμφωνα με το μύθο, οι απόγονοι του Περσέα βασίλεψαν στις Μυκήνες για τρεις γενιές, με τελευταίο τον Ευρυσθέα, που σκοτώθηκε χωρίς να αφήσει απογόνους και έτσι οι κάτοικοι των Μυκηνών επέλεξαν ως βασιλιά τους τον Ατρέα, γιο το Πέλοπα και πατέρα του Αγαμέμνονα και του Μενέλαου. Οι Μυκήνες ιδρύθηκαν ανάμεσα σε δύο ψηλούς κωνικούς λόφους, τον Προφήτη Ηλία (805 μ.) και τη Σάρα (660 μ.), πάνω σε χαμηλό ύψωμα που δέσποζε στην αργολική πεδιάδα και είχε τον έλεγχο των οδικών και θαλάσσιων επικοινωνιών. Η παλαιότερη ανθρώπινη δραστηριότητα στο χώρο τεκμηριώνεται από ελάχιστα κατάλοιπα λόγω των μεταγενέστερων οικοδομικών φάσεων και χρονολογείται στην 7η χιλιετία π.χ., κατά τη νεολιθική εποχή. Η κατοίκηση ήταν συνεχής έως και τους ιστορικούς χρόνους, τα περισσότερα όμως μνημεία, που είναι ορατά σήμερα, ανήκουν στην εποχή ακμής του χώρου, την Ύστερη Εποχή του Χαλκού, μεταξύ του 1350 και του 1200 π.χ. Στις αρχές τις 2ης χιλιετίας υπήρχε ένας μικρός οικισμός πάνω στο λόφο καθώς και ένα νεκροταφείο στη νοτιοδυτική του πλευρά, με απλές ταφές σε λάκκους. Γύρω στο 1700 π.χ εμφανίσθηκαν ηγεμονικές και αριστοκρατικές οικογένειες, όπως διαπιστώνεται από τη χρήση μνημειωδών ταφών, πλούσια κτερισμένων και περικλεισμένων σε λίθινη περίβολο, που ονομάστηκε Ταφικός Κύκλος Β. Η εξέλιξη αυτή συνεχίστηκε στην αρχή της μυκηναϊκής περιόδου, γύρω στο 1600 π.χ., οπότε οικοδομήθηκε ένα μεγάλο κεντρικό κτήριο στην κορυφή του λόφου, ένας δεύτερος λίθινος περίβολος, ο Ταφικός Κύκλος Α, καθώς και οι πρώτοι θολωτοί τάφοι. Όπως αποδεικνύουν τα ευρήματα, οι ηγεμόνες των Μυκηνών ήταν ισχυροί και συμμετείχαν σε ένα πολύπλοκο δίκτυο εμπορικών συναλλαγών με τις χώρες της Μεσογείου. Η ανοικοδόμηση των ανακτόρων, που είναι ορατά σήμερα, άρχισε γύρω στο 1350 π.χ., στην Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ2 περίοδο. Τότε ξεκίνησε και η οχύρωση της ακρόπολης, στην οποία διακρίνονται τρεις φάσεις. Ο πρώτος περίβολος κτίστηκε με το κυκλώπειο σύστημα επάνω στο βράχο. Εκατό χρόνια αργότερα, στην ΥΕ ΙΙΙΒ1 περίοδο, η οχύρωση μετακινήθηκε προς τα δυτικά και νότια και κτίστηκε η Πύλη των Λεόντων, η μνημειακή είσοδος με τον προμαχώνα της. Στον τειχισμένο χώρο εντάχθηκαν το θρησκευτικό κέντρο και ο Ταφικός Κύκλος Α, που διαμορφώθηκε σε χώρο προγονολατρείας, με την ανύψωση του αρχικού επιπέδου του. Τότε είναι πιθανό ότι οικοδομήθηκε και ο θολωτός τάφος γνωστός ως ''θησαυρός του Ατρέα'', με τα τεράστια υπέρθυρα και την ψηλή κυψελοειδή θόλο. Γύρω στο 1200 π.χ., στην ΥΕ ΙΙΙΒ-Γ περίοδο, μετά από εκτεταμένη καταστροφή, πιθανόν από σεισμό, κατασκευάστηκε η επέκταση των τειχών προς τα βορειοανατολικά του λόφου ώστε να ενταχθεί στον τειχισμένο χώρο η υπόγεια κρήνη. Αλλεπάλληλες καταστροφές συνοδευόμενες από πυρκαγιές οδήγησαν στην οριστική εγκατάλειψη του χώρου γύρω στο 1100 π.χ. Μετά την κατάρρευση του ανακτορικού συστήματος και τη διάλυση της ''Μυκηναϊκής Κοινής'', ο λόφος παρέμεινε πενιχρά κατοικημένος ως την κλασική περίοδο. Στο διάστημα αυτό δημιουργήθηκαν στην περιοχή τοπικές ηρωικές λατρείες, που οφείλονταν στην φήμη των Μυκηνών, που τα ομηρικά έπη μετέφεραν σε όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ στην κορυφή του λόφου ιδρύθηκε ένας αρχαϊκός ναός αφιερωμένος στην Ήρα ή στην Αθηνά. Το 468 π.χ., μετά τους μηδικούς πολέμους στους οποίους συμμετείχε η πόλη, το Άργος την κατέκτησε και κατεδάφισε τμήματα της οχύρωσής της. Αργότερα, κατά την ελληνιστική περίοδο, οι Αργίτες ίδρυσαν στο λόφο μία ''κώμη'', επισκευάζοντας τα προϊστορικά τείχη και τον αρχαϊκό ναό και κτίζοντας ένα μικρό θέατρο πάνω από το δρόμο του θολωτού τάφου της Κλυταιμνήστρας. Τους επόμενους αιώνες η κωμόπολη παρέμεινε σχεδόν εγκαταλελειμμένη και ήταν ήδη ερειπωμένη όταν την επισκέφθηκε ο Παυσανίας το 2ο αιώνα μ.χ. Τα κυκλώπεια τείχη της μυκηναϊκής ακρόπολης, όμως, παρέμεναν ορατά στο πέρασμα των αιώνων και αποτέλεσαν πόλο έλξης πολλών περιηγητών και αρχαιόφιλων, που δεν δίστασαν να λεηλατήσουν το χώρο κατά τον 18ο και 19ο αιώνα, επωφελούμενοι από την αδιαφορία και τη φιλαργυρία των Τούρκων. Το 1837, μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας, οι Μυκήνες τέθηκαν υπό την αιγίδα της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, η οποία μέχρι σήμερα πραγματοποιεί έρευνες στο χώρο.                

 

   

Αρχαίο Θέατρο Άργους - Απόσταση 12 χλμ.

 

Το θέατρο του Άργους, χωρητικότητας περίπου 20.000 θεατών, συγκαταλέγεται στα μεγαλύτερα αρχαία θέατρα στην Ελλάδα. Βρίσκεται στους πρόποδες της νοτιοανατολικής πλευράς του λόφου του κάστρου, σε σημείο που συνδεόταν με την αγορά, δέσποζε πάνω από την αρχαία πόλη και ήταν ορατό από τον Αργολικό κόλπο. Στο χώρο προϋπήρχαν διάσπαρτα μικρά ιερά, όπως αυτά των Διοσκούρων και του Διός Ευβουλέως, τα οποία δεν καταπατήθηκαν κατά την κατασκευή του μνημείου. Το θέατρο οικοδομήθηκε κατά την ελληνιστική εποχή, στις αρχές του 3ου αιώνα π.Χ. και αντικατέστησε το παλαιότερο της πόλης, που βρισκόταν περίπου 100 μ. νοτιότερα και είχε κτιστεί τον 5ο αιώνα π.Χ. Κατασκευάστηκε πιθανόν για να φιλοξενήσει τους αγώνες μουσικής και δράματος των πανελλήνιων αγώνων των Νεμέων, που τότε μεταφέρθηκαν οριστικά στην πόλη του Άργους από το ιερό του Δία στη Νεμέα, ενώ περίπου την ίδια εποχή μεταφέρθηκαν στο Άργος και τα Ηραία. Ο αρχαιότερος αγώνας των Νεμέων, που τεκμηριωμένα γνωρίζουμε ότι έλαβε μέρος στο θέατρο του Άργους, ήταν αυτός των κιθαρωδών το 205 π.Χ. Στο μνημείο πραγματοποιούνταν επίσης πολιτικές συνεδριάσεις, όπως η Σύνοδος της Αχαϊκής Συμπολιτείας, που γινόταν τακτικά κατά το 2ο αιώνα π.Χ. Το τεράστιο κοίλο του θεάτρου ήταν στο μεγαλύτερο μέρος του λαξευμένο στο βράχο και χωριζόταν με δύο διαζώματα σε τρία οριζόντια τμήματα και με κλίμακες σε τέσσερις κερκίδες, που αντιστοιχούσαν στις φυλές του Άργους. Στο κεντρικό τμήμα του είναι λαξευμένες στο βράχο 83 σειρές εδωλίων, ενώ περίπου στο μέσο του συμπληρώνεται και στις δύο πλευρές με πρόσθετες σειρές εδωλίων στερεωμένων σε τεχνητά αναχώματα, τα οποία συγκρατούν αναλημματικοί τοίχοι, κτισμένοι με τον άνισο ισοδομικό τρόπο. Η ορχήστρα ήταν επίσης στο μεγαλύτερο μέρος της λαξευμένη στο βράχο. Αρχικά ήταν κυκλική, με διάμετρο 26 μ. και στο κέντρο της δημιουργήθηκαν δύο ανάγλυφες κατασκευές, ένας κύκλος και δύο εφαπτόμενες γραμμές για την καθοδήγηση των μετακινήσεων των χορών: κυκλικών στους διθυράμβους και ευθύγραμμων στις τραγωδίες και κωμωδίες. Η ''χαρώνεια κλίμακα'', ένας υπόγειος διάδρομος, ένωνε την ορχήστρα με τα αποδυτήρια και εξυπηρετούσε την εμφάνιση των νεκρών και των χθόνιων θεοτήτων κατά τις παραστάσεις. Το σκηνικό οικοδόμημα στην την αρχική του μορφή ήταν κτισμένο με καλά επεξεργασμένους ασβεστόλιθους. Περιλάμβανε το προσκήνιο (24,40 * 2,50 μ.), διακοσμημένο στην εσωτερική του πλευρά με ιωνική κιονοστοιχία, τη σκηνή πάνω από τα αποδυτήρια στο ισόγειο, και μία στοά στην πρόσοψη με δωρική κιονοστοιχία (24 * 5,60 μ.). Στα ρωμαϊκά χρόνια, κυρίως το 2ο αιώνα μ.Χ., την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού, το μνημείο επαναδιαμορφώθηκε. Εδώ φιλοξενούνταν πλέον διάφοροι εορτασμοί (Σεβάστεια, Τίτεια, Τραιάνεια, Αντινόεια) καθώς και θεάματα, όπως κυνήγι θηρίων ή μονομαχίες, που είχαν ως αποτέλεσμα την αλλαγή τόσο της ορχήστρας όσο και της σκηνής. Στο πρώτο μισό του 2ου αιώνα μ.Χ. το σκηνικό οικοδόμημα, κτισμένο με πλίνθους, επεκτάθηκε προς τα δυτικά, καλύπτοντας μέρος της ορχήστρας. Το προσκήνιο μετατράπηκε σε διώροφο λογείο, επενδυμένο με μάρμαρο και κοσμημένο με κορινθιακές κιονοστοιχίες, ψηφιδωτά και αγάλματα σε κόγχες. Για την προστασία των θεατών από τον ήλιο τοποθετήθηκε ένα ύφασμα πάνω από τμήμα του κοίλου και για την ασφάλειά τους κατά τα θεάματα, ένα δίχτυ μπροστά στην προεδρία, και τα δύο στηριγμένα σε εσοχές λαξευμένες στο βράχο. Τον 3ο αιώνα μ.Χ. προστέθηκε μία εξέδρα με τρία μαρμάρινα καθίσματα για τους επισημότερους θεατές, όπως τον αντιπρόσωπο του αυτοκράτορα ή τους οργανωτές των θεαμάτων και τον 4ο αιώνα μ.Χ. κατασκευάστηκε στην ορχήστρα μία τεχνητή λίμνη για αθλοπαιδιές στο νερό και παραστάσεις ναυμαχιών. Το θέατρο εγκαταλείφθηκε οριστικά στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ. Το μνημείο παρέμεινε ορατό στους επόμενους αιώνες και σχεδόν όλοι οι περιηγητές το αναφέρουν στις αφηγήσεις τους, ενώ πολλοί το σχεδίασαν. Χρησιμοποιήθηκε και πάλι, όταν στις 15 Ιουλίου 1829 πραγματοποιήθηκε σε αυτό η 4η Εθνοσυνέλευση του νέου ελληνικού κράτους, που οργάνωσε ο Ι. Καποδίστριας. Η ανασκαφική έρευνα του θεάτρου πραγματοποιήθηκε από τη Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή Αθηνών κατά τα έτη 1890, 1930, 1954-56, 1981-82 και 1986-88, ενώ το 2004 ολοκληρώθηκε το έργο για τη στερέωση, αναστήλωση και αποκατάστασή του. Σήμερα ο χώρος του θεάτρου χρησιμοποιείται περιστασιακά για διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις.           

 

 

Ακρόπολη Νέας Τίρυνθας - Απόσταση 6 χλμ.

 

Ο χαμηλός λόφος της Τίρυνθας, στο 8ο χιλιόμετρο του δρόμου Άργους - Ναυπλίου, κατοικήθηκε αδιάλειπτα από τη Νεολιθική εποχή (7η - 4η χιλιετία π.Χ.) μέχρι την ύστερη αρχαιότητα. Κατά τους προϊστορικούς χρόνους ο χώρος άκμασε κυρίως κατά την πρώιμη και την ύστερη εποχή του Χαλκού. Στη δεύτερη φάση της Πρωτοελλαδικής εποχής (2.700  - 2.200 π.Χ) πρέπει να υπήρχε εδώ ένα σημαντικό κέντρο με πυκνή κατοίκηση και ένα μοναδικής κατασκευής κυκλικό κτίριο, διαμέτρου 27 μ.  στην κορυφή του λόφου. Κατά την ύστερη εποχή του Χαλκού (1900 - 1600 π.Χ.) ο λόφος οχυρώνεται σταδιακά και περιβάλλει μέσα στα '' κυκλώπεια '' τείχη του το ανακτορικό συγκρότημα καθώς και άλλα κτίρια που χρησιμοποιούνταν κυρίως από την άρχουσα τάξη ως λατρευτικοί χώροι, αποθήκες και εργαστήρια αλλά και ως κατοικίες. Τα εντυπωσιακά ευρήματα ενός αποθέτη στην Άνω Ακρόπολη, του λεγόμενου Βόθρου, αλλά και οι αρχαϊκές επιγραφές από την περιοχή των Συρρίγων βεβαιώνουν την ύπαρξη λατρευτικών τελετουργιών, ενώ τα ονόματα των θεών που μαρτυρούνται είναι αυτά της Ήρας, της Αθηνάς και του Απόλλωνα. Η μεγάλη ακμή ωστόσο της Τίρυνθας συνδέεται με τη Μυκηναϊκή εποχή (1600 - 1050 π.Χ.). Η οχύρωση και τα οικοδομικά συγκροτήματα της Ακρόπολης, που χωρίζεται σε τρία τμήματα: την Άνω, την Μέση και την Κάτω Ακρόπολη, διαμορφώθηκαν στην διάρκεια των ανακτορικών χρόνων (14ος και 13ος αιώνας π.Χ.). Τα '' κυκλώπεια '' τείχη κατασκευάστηκαν σε τρείς οικοδομικές φάσεις που χρονολογούνται στις αρχές και τα τέλη του 14ου αιώνα και στα μέσα του 13ου αιώνα π.Χ. και αποτελούν μια σταδιακή επέκταση της οχύρωσης από το νότιο και υψηλότερο προς το βόρειο και χαμηλότερο τμήμα του λόφου. Κατά τους ιστορικούς χρόνους η Τίρυνθα, παρότι πρέπει να είχε τη μορφή μιας οργανωμένης πολιτικής κοινότητας, δεν μπόρεσε να συναγωνιστεί το Άργος, το οποίο και την κατέστρεψε το πρώτο μισό του 5ου αιώνα εξορίζοντας τους κατοίκους της. Ο περιηγητής Παυσανίας που την επισκέφθηκε το 2ο αιώνα μ.Χ. τη βρήκε ερειπωμένη. Κατά τη βυζαντινή εποχή ιδρύεται στην Άνω Ακρόπολη ένας κοιμητηριακός ναός και πιθανά ένας μικρής τάξεως οικισμός στα δυτικά της Ακρόπολης. Το τέλος του ασήμαντου πια οικισμού πρέπει να συνδεθεί με την κατάκτηση του Άργους από τους Τούρκους το 1379 μ.Χ. Στις βενετσιάνικες πηγές η Τίρυνθα αναφέρεται ως Napoli vecchio, ενώ το όνομα Τίρυνθα δίνεται ξανά στην περιοχή στη σύγχρονη εποχή αντικαθιστώντας το σύνηθες όνομα '' Παλαιόκαστρο ''. Το 1828 ιδρύεται από τον κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια στο χώρο νότια της Ακρόπολης κτίριο για τη λειτουργία αγροτικής σχολής. Σήμερα στεγάζονται σ' αυτό οι αγροτικές φυλακές. Μετά τους περιηγητές του 17ου και του 19ου αιώνα (Des Mouceaux, Dodwell, Leake) την Τίρυνθα ανακαλύπτει το 1876 ο Ερρίκος Σλήμαν που με τις εκτεταμένες ανασκαφές του στα 1884/5 την παραδίδει στην αρχαιολογική έρευνα. Ως μυθικός ιδρυτής της Τίρυνθας παραδίδεται ο αργείος πρίγκηπας Προίτος, ο οποίος κατέφυγε μετά τη διαμάχη με τον αδελφό του Ακρίσιο στη Λυκία. Κατά την επιστροφή του έφερε μαζί του τους Κύκλωπες που έχτισαν για χάρη του τα μεγαλειώδη τείχη. Με την Τίρυνθα συνδέονται εξάλλου και οι μυθικοί ήρωες Βελλερεφόντης και Περσέας αλλά και ο ημίθεος Ηρακλής.         

 

 

Ακρόπολη Αρχαίας Ασίνης - Απόσταση 1,5 χλμ.

 

Το Καστράκι ή αλλιώς η ακρόπολη της Αρχαίας Ασίνης βρίσκεται, δίπλα στο Τολό, σε ένα λόφο - ακρωτήρι ύψους 52 και μήκους 330 μέτρων. Από την 5η χιλιετία π.Χ. μέχρι και το 600 μ.Χ. η ακρόπολη κατοικούνταν συνέχεια, ενώ η πρώτη βιβλιογραφική αναφορά στην Ασίνη γίνεται από τον Όμηρο (Β 560), όπου αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η Ασίνη, το Άργος, η Τίρυνθα, η Επίδαυρος και άλλες πόλεις της Αργολίδας συμμετείχαν στον Τρωικό πόλεμο με μεγάλο αριθμό πλοίων (ογδόντα πλοία). Οι πρώτες ανασκαφές στην Ακρόπολη και την Κάτω Πόλη έγιναν από την Σουηδική Αρχαιολογική Αποστολή (1922 - 1930) και συνεχίστηκαν την δεκαετία του 1970 από την Δ΄ Εφορία Προϊστορικών και Κλασσικών Αρχαιοτήτων και το Σουηδικό Ινστιτούτο Αθηνών. Η κατασκευή σωζόμενων έως και σήμερα τειχών της Ακρόπολης πιθανολογείται ότι έγινε το 300 π.Χ. από τον Βασιλιά της Μακεδονίας, Δημήτριο τον Πολιορκητή. Έχουν δύο κύριες εισόδους - πύλες. Η κύρια πύλη βρίσκεται βόρεια, ενώ η δευτερεύουσα ανατολικά. Τα τείχη δέχτηκαν επισκευή τόσο κατά την Πρώιμη Βυζαντινή Περίοδο, όσο και κατά την διάρκεια της Β' Ενετοκρατίας. Ενώ κατά την Ιταλική Κατοχή, αναγέρθηκαν στην Ακρόπολη οχυρωματικές κατασκευές. Ο κύκλος ζωής της Ακρόπολης είναι άμεσα συνυφασμένος με τη γύρω περιοχή και ειδικότερα με τη θέση '' Λόφος της Μπαρμπούνας ''. Εκεί βρέθηκε ένα μεγάλο μυκηναϊκό νεκροταφείο. Στους τάφους βρέθηκαν πολλά κτερίσματα, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι η Ασίνη επικοινωνούσε με τις πόλεις του Αιγαίου, την Κρήτη και πιθανώς την Κύπρο. Η ανακάλυψη του ναυαγίου πλοίου μυκηναϊκής εποχής στα Ίρια (περιοχή κοντά στην Ασίνη) επιβεβαιώνει την προηγούμενη εικασία. Την Ύστερη Γεωμετρική Εποχή (8ος αιώνας π.Χ.) η Ασίνη άκμασε αναπτύσσοντας συναλλαγές με την Αθήνα, τις Κυκλάδες και τη νότια Πελοπόννησο. Τον επόμενο αιώνα ξεκινά η παρακμή της Ασίνης, η οποία θα διαρκέσει αρκετούς αιώνες και με τους κατοίκους της να μεταναστεύουν στην Ασίνη της Μεσσηνίας (Κορώνη). Τον 3ο αιώνα ξεκινά πάλι μια ανάκαμψη της Ασίνης. Οι ανασκαφικές προσπάθειες έχουν φέρει στο φως πολύτιμα ευρήματα εκείνης της εποχής, όπως δεξαμενές, σπίτια, ελαιοτριβείο κ.α. Η κατοίκηση της Ακρόπολης συνεχίστηκε σίγουρα μέχρι περίπου τον 7ο αιώνα μ.Χ., καθώς ευρήματα στην Κάτω Πόλη πιστοποιούν την ύπαρξη ζωής σε αυτούς τους αιώνες. Στο χώρο των ανασκαφών της Κάτω Πόλης υπάρχει ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στην Παναγία. Πολλά από τα ευρήματα από τις ανασκαφές της Ασίνης βρίσκονται στη Σουηδία, ειδικότερα από τις ανασκαφές του 1920, ενώ κάποια άλλα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί ότι μεταξύ άλλων ευρημάτων υπήρξε και ένα πήλινο μυκηναϊκό κεφάλι το οποίο ονομάζεται ο '' Βασιλιάς της Ασίνης ''. Το αγαλματίδιο αποτέλεσε έμπνευση του νομπελίστα ποιητή Γ. Σεφέρη για τη δημιουργία του ομώνυμου ποιήματος, που έκανε γνωστή την Ασίνη σε παγκόσμιο επίπεδο.  

 

 

Ενετικό κάστρο Ναυπλίου (Παλαμήδι) - Απόσταση 7 χλμ.

 

Το φρούριο του Παλαμηδιού, που διατηρείται σε άριστη κατάσταση, αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα επιτεύγματα της βενετσιάνικης οχυρωματικής αρχιτεκτονικής. Ο λόφος του Παλαμηδιού, που οφείλει το όνομά του στον ομηρικό ήρωα Παλαμήδη, δε φαίνεται να έχει οχυρωθεί συστηματικά μέχρι τα χρόνια της δεύτερης Ενετοκρατίας. Η κατασκευή του φρουρίου πραγματοποιήθηκε ουσιαστικά επί των ημερών του Βενετσιάνου Γενικού Προβλεπτή του Στόλου, Αυγουστίνου Σαγρέδου, από το 1711 έως το 1714, καθιστώντας την οχύρωση του φρουρίου σε πραγματικό επίτευγμα τόσο από πλευράς οχυρωματικής όσο και από πλευράς ταχύτητας κατασκευής του. Οι μηχανικοί Ζιάξιχ και Λασάλ σχεδίασαν ένα φρούριο που βασίζεται σε σύστημα αλληλοϋποστηριζόμενων και αλληλοπροσβαλλόμενων προμαχώνων, οι οποίοι αναπτύσσονται κλιμακωτά στον άξονα Δύσης - Ανατολής και συνδέονται μεταξύ τους με τείχη. Οι οκτώ συνολικά προμαχώνες του κάστρου είναι αυτοτελείς, ούτως ώστε αν ένας από αυτούς καταληφθεί, η άμυνα να συνεχίζεται από τους υπόλοιπους. Ο κεντρικός προμαχώνας του Αγίου Ανδρέα, αποτελούσε το φρουραρχείο και ήταν ο αρτιότερα εξοπλισμένος. Εδώ βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα, αφιερωμένο αρχικά στον Άγιο Γεράρδο, προστάτη άγιο της οικογένειας των Σαγρέδων. Ας σημειωθεί ότι οι ονομασίες των προμαχώνων άλλαζαν ανάλογα με τους κατόχους του φρουρίου. Εκτός από τον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, οι Ενετοί έχτισαν τους προμαχώνες Λεωνίδα και Μιλτιάδη στα βόρεια, τον προμαχώνα Ρομπέρ στα βορειοδυτικά, τον Θεμιστοκλή στα νότια και τον Αχιλλέα στα ανατολικά. Ο προμαχώνας Επαμεινώνδας ολοκληρώθηκε στη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, ενώ ο προμαχώνας Φωκίων κατασκευάστηκε εξολοκλήρου από τους Τούρκους. Ας σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, δεν επιτρεπόταν στους Χριστιανούς να εισέλθουν στο φρούριο. Από το Παλαμήδι ξεκίνησε η απελευθέρωση της πόλης από τους Τούρκους, έπειτα από μακρόχρονη πολιορκία. Τη νύχτα της 29ης Νοεμβρίου του 1822, μια ομάδα Ελλήνων πολεμιστών με αρχηγό το Στάικο Σταϊκόπουλο κατέλαβε με αιφνιδιασμό το Παλαμήδι. Πρώτος ο Δημήτριος Μοσχονησιώτης πάτησε το πόδι του στο φρούριο, από τον προμαχώνα Αχιλλέα. Το μεσημέρι της 30ης Νοεμβρίου, αφού καθαρίστηκε πρόχειρα από τα μπάζα το ερειπωμένο εκκλησάκι των Βενετών που ήταν αφιερωμένο στον Άγιο Γεράρδο, τελέστηκε δοξολογία και ο μικρός ναός αφιερώθηκε έκτοτε στη μνήμη του αποστόλου Ανδρέα, διότι η μνήμη του τιμάται την 30η Νοεμβρίου, ημέρα κατά την οποία η πόλη έγινε ελληνική. Έκτοτε κάθε χρόνο την ημέρα αυτή, γιορτάζεται πανηγυρικά η απελευθέρωση της πόλης με δοξολογία στο ιστορικό αυτό εκκλησάκι. Το Παλαμήδι όμως εκτός από σπουδαίο φρούριο αποτέλεσε και τόπο ζοφερών φυλακών. Το 1833, στη διάρκεια της Αντιβασιλείας, φυλακίστηκε στον προμαχώνα του Μιλτιάδη πιθανότατα, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, με τη δήθεν κατηγορία της εσχάτης προδοσίας. Γύρω στο 1840, ο προμαχώνας Μιλτιάδης, που είναι και ο μεγαλύτερος σε μέγεθος, μετατράπηκε σε μια από τις πιο σκληρές φυλακές βαρυποινιτών, που λειτούργησε εκεί ως το 1926 περίπου. Άλλη φυλακή υπήρχε και στον προμαχώνα του Αγίου Ανδρέα, όπου επικρατούσαν σχετικά καλύτερες συνθήκες. Σήμερα η πρόσβαση στο φρούριο είναι δυνατή είτε μέσω αυτοκινητόδρομου που καταλήγει στην ανατολική του πύλη είτε από τη γνωστή κλίμακα που βρίσκεται στη δυτική πλευρά του, ανατολικά του προμαχώνα Γκριμάνι. Η κλίμακα αυτή, που η παράδοση την ήθελε να έχει 999 σκαλοπάτια, γιατί το χιλιοστό το έριξε το άλογο του Κολοκοτρώνη, στην πραγματικότητα έχει λιγότερα σκαλοπάτια και κατασκευάστηκε την εποχή του Όθωνα από καταδίκους που ήταν φυλακισμένοι στο Παλαμήδι, υπό την επίβλεψη του βαυαρικού στρατού. Από εδώ υπάρχει άριστη θέα προς το κάστρο της Ακροναυπλίας. Πάνω στο φρούριο μπορεί κανείς σήμερα να θαυμάσει μεταξύ άλλων τους επιβλητικούς προμαχώνες, το ιστορικό εκκλησάκι του Αγίου Ανδρέα και τις εντυπωσιακές δεξαμενές που ακόμη και σήμερα συνδέουν το βρόχινο νερό του λόφου. 

 

 

Ενετικό κάστρο Ναυπλίου (Μπούρτζι) - Απόσταση 7 χλμ.

 

Το επιθαλάσσιο φρούριο, που έμεινε γνωστό με την τουρκική ονομασία Μπούρτζι, δηλαδή πύργος, αποτελεί σήμα κατατεθέν της πόλης του Ναυπλίου. Αρχικά στη νησίδα αυτή, που βρίσκεται στο μέσο του λιμανιού της πόλης, υπήρχε Βυζαντινός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Θεόδωρο. Οι Ενετοί αντιλαμβανόμενοι τη στρατηγική του θέση για την προστασία του λιμανιού, οικοδόμησαν γύρω στο 1473, πάνω σε αυτή τη βραχονησίδα, έναν πύργο. Ο Ιταλός Αρχιτέκτονας Αντόνιο Γκαμπέλο, που είχε αναλάβει και το κτίσιμο του Κάστρου των Τόρων, σχεδίασε το επιθαλάσσιο φρούριο, το οποίο ολοκληρώθηκε από το μηχανικό Μπρανκαλεόνε. Η σχεδίαση του φρουρίου είναι προσαρμοσμένη στο επίμηκες σχήμα της βραχονησίδας. Το κέντρο του φρουρίου καταλαμβάνει ένας πύργος σε σχήμα ακανόνιστου εξαγώνου, με σκεπαστές κανονιοστοιχίες εκατέρωθέν του σε χαμηλότερο επίπεδο. Εσωτερικά ο πύργος είναι τριώροφος και η επικοινωνία μεταξύ των ορόφων γινόταν με κινητές σκάλες για λόγους ασφαλείας. Την ανάγκη υδροδότησης κάλυπτε μια μεγάλη κυκλική δεξαμενή που βρισκόταν στο υπόγειο του πύργου. Οι είσοδοι βρίσκονταν βόρεια και νότια. Βορειοανατολικά είχε διαμορφωθεί μικρός όρμος, για την ασφαλέστερη πρόσβαση στο φρούριο. Μεταξύ του επιθαλάσσιου φρουρίου και του λιμενοβραχίονα υπήρχε στενή δίοδος που έκλεινε με αλυσίδα, για την ασφάλεια του λιμανιού από εχθρικά πλοία. Το φρούριο φέρει αρκετές τροποποιήσεις και επισκευές που πραγματοποιήθηκαν σε διάφορες εποχές. Οι Τούρκοι περιέβαλαν το Μπούρτζι με τη λεγόμενη πορπορέλα, δηλαδή με υποθαλάσσιο φράγμα από πέτρες, ούτως ώστε να μην είναι δυνατή η προσέγγιση μεγάλων πλοίων. Τον 18ο αιώνα, προέβησαν σε συμπληρώσεις στο Μπούρτζι. Ανύψωσαν τον κεντρικό πύργο και όλο σχεδόν το νησάκι καλύφθηκε με οχυρώσεις. Στα χρόνια της Ελληνικής Επανάστασης, το Μπούρτζι ήταν γνωστό ως Καστέλι ή Θαλασσόπυργος. Εδώ βρήκε καταφύγιο το 1826, για σύντομο διάστημα, η ελληνική κυβέρνηση, όταν το επαναστατημένο έθνος βρισκόταν σε εμφύλια σύρραξη. Το Μπούρτζι λειτούργησε ως φρούριο μέχρι το 1865. Κατόπιν αποτελούσε τον τόπο διαμονής των δημίων που πραγματοποιούσαν τις εκτελέσεις των θανατοποινιτών των φυλακών του Παλαμηδιού. Το 1935 το επιθαλάσσιο φρούριο μετατράπηκε σε ξενοδοχείο ύστερα από μετασκευές του γερμανού αρχιτέκτονα Βούλφ Σέφερ. Σήμερα μπορεί κανείς να επισκεφθεί το Μπούρτζι με καραβάκι από την προκυμαία του Ναυπλίου.  

 

 

 

Σημεία Ενδιαφέροντος

 

 

Ακροναυπλία

 

Η βραχώδης χερσόνησος της Ακροναυπλίας αποτελούσε τον περιτειχισμένο οικισμό του Ναυπλίου από την αρχαιότητα έως και τα τέλη του 15ου αιώνα. Τα τείχη της Ακροναυπλίας μαρτυρούν την πλούσια ιστορία της, την οποία ομολογουμένως είναι δύσκολο να την παρακολουθήσει κανείς λόγω της μακραίωνης συνεχούς κατοίκησής της. Η σημερινή μορφή του κάστρου, αν και αρκετά αλλοιωμένη από τις σύγχρονες επεμβάσεις, αποκρυσταλλώθηκε κυρίως στις περιόδους της Φραγκοκρατίας και της Πρώτης Ενετοκρατίας, από τον 13ο έως τον 16ο αιώνα. Στην Ακροναυπλία εντοπίστηκε η ύπαρξη προϊστορικού οικισμού, ενώ στο δυτικό τμήμα της ακρόπολης σώζονται τμήματα των αρχαίων πολυγωνικών τειχών που χρονολογούνται γύρω στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. Κατάλοιπα τειχών όμως διατηρούνται από την Ελληνιστική καθώς και τη Βυζαντινή περίοδο. Το 1210 - 1212, όταν οι Φράγκοι κατέλαβαν την πόλη, χώρισαν την περιοχή της Ακροναυπλίας σε δύο περιβόλους, που ονομάστηκαν κάστρα. Στο μέσο περίπου της χερσονήσου βρισκόταν το λεγόμενο Φράγκικο κάστρο, το οποίο προοριζόταν για την κατοικία των Φράγκων αρχόντων και αποτελούσε το διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της πόλης, ενώ το Ρωμέικο κάστρο, στο δυτικό τμήμα της χερσονήσου και σε υψηλότερο επίπεδο, ενώ το Φράγκικο θα πρέπει να διαμορφώθηκε λίγο αργότερα. Οι Φράγκοι έχτισαν τείχος μεταξύ των δύο κάστρων και τετράγωνο πύργο στο μέσο του λόφου, για να ελέγχουν τη επικοινωνία μεταξύ των δύο κάστρων. Στο ανατολικό μέρος του Φράγκικου κάστρου υπήρχε πύλη που προστατευόταν από δύο στρογγυλούς πύργους και ένα τριγωνικό οχύρωμα. Η πύλη έφερε διακόσμηση με ενδιαφέρουσες τοιχογραφίες και έμεινε γνωστή ως '' Πύλη της Ειρήνης ''. Στη διάρκεια της πρώτης Ενετοκρατίας, και πιο συγκεκριμένα από το 1470, οι Ενετοί, υπό την απειλή των τουρκικών επιδρομών, προέβησαν σε επισκευή και επέκταση των οχυρώσεων της Ακροναυπλίας, υπό την επίβλεψη του σημαντικού μηχανικού της εποχής Αντόνιο Γκαμπέλο, όταν διοικητής της πόλης ήταν ο Βετόρε Πασκουαλίγκο. Ένα από τα πρώτα και πιο σημαντικά τους έργα, ήταν η ενίσχυση της οχύρωσης της Ακροναυπλίας με την προσθήκη ενός νέου περιβόλου, του λεγόμενου Κάστρου των Τόρων, σε χαμηλότερο επίπεδο, στα ανατολικά του κάστρου των Φράγκων. Το όνομά του προέρχεται πιθανώς από την ιταλική λέξη torrione που σημαίνει το μεγάλο πύργο σε τείχος φρουρίου. Το κάστρο των Τόρων σώζεται σε καλή κατάσταση και μπορεί κανείς σήμερα να θαυμάσει, ανεβαίνοντας τη δρομόσκαλα της Καθολικής Εκκλησίας, τον επιβλητικό στρογγυλό πύργο με τις οδοντωτές επάλξεις που προστατεύει την πύλη του κάστρου, εξαιρετικό δείγμα της ώριμης Αναγγένησης. 'Αλλο έργο της εποχής είναι η λεγόμενη τραβέρσα Γκαμπέλο, που στόχευε στην ενίσχυση του κάστρου των Φράγκων, με τη δημιουργία ενός δεύτερου εγκάρσιου τείχους μεταξύ του Φράγκικου και Ρωμέικου κάστρου. Η πύλη μεταξύ των δύο κάστρων ενισχύθηκε με πολυγωνικό προμαχώνα και ημικυκλικό τείχος με πολεμίστρες. Στα χρόνια της Πρώτης Τουρκοκρατίας, μόνο μικρές επισκευές και συμπληρώσεις πραγματοποιήθηκαν στο κάστρο, που ονομαζόταν από τους Τούρκους Ιτς - Καλέ, δηλαδή εσωτερικό κάστρο. Εδώ κατοικούσαν απλοί άνθρωποι, Τούρκοι και Χριστιανοί, καθώς οι κατοικίες των αξιωματούχων είχαν συγκεντρωθεί στην κάτω πόλη. Το 1686, όταν οι Βενετοί κατέλαβαν την πόλη από τους Τούρκους, έβγαλαν διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο απαγορευόταν η κατοίκηση στο κάστρο της Ακροναυπλίας. Οι κάτοικοι της Ακροναυπλίας θα κατοικούσαν πλέον στην κάτω πόλη που είχε διαμορφωθεί με προσχώσεις ήδη από τα τέλη του 15ου αιώνα. Η Ακροναυπλία προοριζόταν πλέον μόνο για τους στρατιώτες. Το 1829, ο κυβερνήτης της Ελλάδος Ιωάννης Καποδίστριας ανήγειρε στην Ακροναυπλία μεγάλο στρατώνα, καθώς και στρατιωτικό νοσοκομείο. Το 1926 μεταφέρθηκαν από το Παλαμήδι στην Ακροναυπλία οι περιβόητες φυλακές της που στεγάστηκαν στον στρατώνα του Καποδίστρια. Το 1937 οι φυλακές Ακροναυπλίας έγιναν και πολιτικές, οι οποίες λειτούργησαν εκεί μέχρι το 1960 περίπου. Το 1970 - 71 ξεκίνησε η κατεδάφιση των φυλακών προκειμένου να κατασκευαστεί το ξενοδοχείο '' Ξενία Παλλάς '', οπότε και καταστράφηκε σημαντικό τμήμα των τειχών και των κτισμάτων του Ρωμέικου κάστρου. Τότε κατεδαφίστηκε και το στρατιωτικό νοσοκομείο του Καποδίστρια. Από το νοσοκομείο το μόνο που σώθηκε, είναι το εκκλησάκι των Αγίων Αναργύρων. Σήμερα μπορεί κανείς να επισκεφθεί το Κάστρο της Ακροναυπλίας είτε ανηφορίζοντας ανατολικά του Πάρκου του Σταϊκόπουλου και από την πλατεία της Αρβανιτιάς, είτε από την δρομόσκαλα της Καθολικής Εκκλησίας και την πύλη του Κάστρου των Τόρων. Ας σημειωθεί ότι η διαμόρφωση των τριών εσωτερικών περιβόλων της Ακροναυπλίας φαίνεται καλύτερα από το Παλαμήδι. 

 

 

Αρβανιτιά

 

Ο '' γύρος της Αρβανιτιάς '', όπως χαρακτηριστικά ονομάζεται από τους κατοίκους της πόλης, αποτελεί τον αγαπημένο περίπατο των Ναυπλιωτών. Ξεκινάει μετά το πέρας της παραλίας και καταλήγει στην πλατεία της Αρβανιτιάς, σε συνολική απόσταση ενός χιλιομέτρου περίπου. Σε όλη τη διαδρομή δεσπόζουν οι βράχοι της Ακροναυπλίας με τα επιβλητικά της τείχη. Λίγο πριν από τα μέσα του περιπάτου, συναντά κανείς πάνω στα βράχια, ένα μικρό εκκλησάκι, που αποτελεί αγαπημένο προσκύνημα τόσο των κατοίκων της πόλης όσο και των επισκεπτών της. Πρόκειται για την Παναγίτσα, την Παναγία της Σπηλιάς, τη Santa Maria della Grotta των Βενετών. Η θέα προς τον Αργολικό κόλπο είναι από εδώ μοναδική. Ο γύρος καταλήγει στην πλατεία της Αρβανιτιάς. Η περιοχή, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ονομάστηκε Αρβανιτιά γιατί από τους βράχους της, το 1779, λέγετε ότι έριξε ο Καπετάν πασάς τους Αλβανούς μισθοφόρους που λυμαίνονταν την περιοχή. Στην πραγματικότητα όμως η ονομασία της οφείλεται στο γεγονός ότι σε αυτή την περιοχή, που βρισκόταν εκτός των τειχών και ανατολικά της Πύλης της Ξηράς, κατοικούσαν, ήδη από τα χρόνια της πρώτης Ενετοκρατίας, Αλβανοί. Κάτω από την πλατεία λειτουργεί οργανωμένη παραλία, όπου μπορεί κανείς να απολαύσει το μπάνιο του. Μετά την πλατεία της Αρβανιτιάς, μπορεί κανείς να συνεχίσει τον περίπατό του ανατολικά, στους πρόποδες του Παλαμηδιού και να καταλήξει σε συνολική απόσταση 2,7 χιλιομέτρων περίπου στην αμμουδιά της Καραθώνας. Αν πάλι θέλει κανείς να επιστρέψει στην παλαιά πόλη, μπορεί να κατηφορίσει από την πλατεία της Αρβανιτιάς προς το Πάρκο του Σταϊκόπουλου και την Πύλη της Ξηράς.

 

 

 

 

Αποδράσεις 

 

Κατά τη διάρκεια της διαμονή σας, αξίζει να επισκεφθείτε τα γραφικά νησιά Ύδρα, Σπέτσες και Πόρος. Για τους λάτρεις της θάλασσας, καθημερινή ημερήσια κρουαζιέρα με προορισμό Ύδρα - Σπέτσες, έχει αφετηρία από το λιμάνι του Τολού, το οποίο βρίσκεται 2 χλμ. απο το ξενοδοχείο μας. Όσοι πάλι επιθυμείτε να φτάσετε οδικώς εκεί, θα διανύσετε μια θαυμάσια διαδρομή περνώντας από παραδοσιακά χωριά μέσα στο καταπράσινο φυσικό τοπίο, ακολουθώντας τις επιγραφές.